Είναι το κοινωνικό μέρισμα αυτό που «περιμένει» ο μέσος Έλληνας;

Σπάνια μια πρόταση περιλαμβάνει όλες τις πληροφορίες ώστε (χωρίς ανάλυση) να βγάζει προς τα έξω την πληρότητα και τη σαφήνεια όλων εκείνων που «πράγματι» υπάρχουν σε αυτό που εκφράζει. Συνήθως χρειάζεται είτε μια «πραγματική» ερμηνεία των «τυπικών» λέξεων, είτε η υιοθέτηση της «σύγκρισης» αυτού που αναλύεται με κάποιο σημείο αναφοράς.

Για παράδειγμα όταν λέμε «πήγα σε ένα καταπληκτικό εστιατόριο» το «καταπληκτικό» προέκυψε χωρίς αναφορά στα «άλλα» που υπάρχουν αλλά συγχρόνως συγκρίνοντας το συγκεκριμένο εστιατόριο με άλλα που έχω πάει ή θα μπορούσα να φανταστώ ότι υπάρχουν.

Κοινωνικό μέρισμα

Ανακοινώθηκε λοιπόν στα πλαίσια της κοινωνικής μέριμνας η διανομή 720 εκατ. ευρώ ως έκτακτη οικονομική ενίσχυση (κοινωνικό μέρισμα) σε νοικοκυριά που τηρούν συγκεκριμένα  κριτήρια.

Τα 315 εκατ. ευρώ που θα «επιστραφούν» σε συνταξιούχους λόγω «λανθασμένης» παρακράτησης εισφορών υγείας - σαν κίνηση - δεν θα τη χαρακτηρίζαμε «επιλογή» αλλά μάλλον «αναγκαστική» εκτέλεση (εφαρμογή) δικαστικής απόφασης.

Αναμφίβολα τα κατά μέσο όρο 700 ευρώ που θα δοθούν σε μια οικογένεια με 2 παιδιά είναι (ειδικά στη δύσκολη σημερινή εποχή) ένα καλοδεχούμενο οικονομικό βοήθημα για την αντιμετώπιση των αυξημένων εξόδων της περιόδου των Χριστουγέννων.

Βεβαίως η πρώτη «συνειδητοποίηση» της σκέψης είναι ότι αυτό το ποσό, η μέση Ελληνική οικογένεια, δεν θα το διαθέσει για τις Χριστουγεννιάτικες διακοπές της στην Αυστρία!..αλλά μάλλον το μεγαλύτερο μέρος του θα επιστραφεί με τη μορφή φόρων στην πηγή που το έστειλε..

Μοιάζει με λογοπαίγνιο, αλλά φαντάζει κάτι σαν να εισπράττεις ένα ποσό που το έχεις πληρώσει πολύ πάνω από την αξία του και το οποίο θα επιστρέψεις σε αυτόν που στο έδωσε!

 

Πως βρέθηκε το ποσό που θα δοθεί

Το συνολικό πόσο που θα διατεθεί  είναι αποτέλεσμα της υπέρβασης του στόχου για πρωτογενές πλεόνασμα 1,75% του ΑΕΠ για το τρέχον έτος. Δηλαδή πετύχαμε μια  δημοσιονομική υπέρ απόδοση.

Στο σημείο αυτό «απαιτείται» η δεύτερη στάση της σκέψης μας. Με ποιο τρόπο - μέσα στην 9ετη κρίση - δημιουργήσαμε πρωτογενή πλεονάσματα και μάλιστα υπερβαίνοντας τους στόχους;

Επειδή «δυσκολευόμαστε» να αποδεχτούμε το σενάριο ότι αλλάξαμε τόσο πολύ την κρατική μηχανή ώστε να παράγει περισσότερα απ’ όσα εισπράττει θα πρέπει να καταλήξουμε σε κάτι γνωστό βιωματικά σε όλους μας. Και αυτή η κατάληξη έχει το όνομα υπέρ φορολόγηση. Οι πανηγυρισμοί σε αυτή την περίπτωση «ακούγονται» αρκετά παράλογοι.

Δεν περιμέναμε να πληροφορηθούμε από επίσημα κυβερνητικά χείλη τα περί δυσανάλογης φορολογικής επιβάρυνσης των μεσαίων στρωμάτων της κοινωνίας μας. Η εξωπραγματική φορολόγηση των νόμιμων εισοδημάτων και γνωστή μας είναι και έχουμε αναφερθεί πολλές φορές στο παρελθόν. Συγχρόνως θεωρούμε κοινωνικά  απαράδεκτο να εξουθενώνεις οικονομικά την πλειοψηφία της νομιμότητας επειδή δεν μπορείς να «προσεγγίσεις» την μειοψηφία της παρανομίας.

 

Τι θα περιμέναμε

Χωρίς να αμφισβητούμε την «οικονομική» ανάσα που θα προσφέρει το κοινωνικό μέρισμα σε όλα τα άτομα που τηρούν τα κριτήρια για να το εισπράξουν θα θέλαμε η «επιστροφή» της οικονομίας στην κανονικότητα να είναι λίγο διαφορετική. Και βέβαια σαν κανονικότητα δεν εννοούμε  την ατμόσφαιρα λαθών των προηγούμενων 10ετιών.

Αυτή η «εφάπαξ παροχή κοινωνικού χαρακτήρα» ενοχλεί την αξιοπρέπειά μας και δεν θα θέλαμε να χαθεί και αυτή. Μας παραπέμπει στα συσσίτια με τις ατέλειωτες ουρές για ένα κομμάτι ψωμί. Βεβαίως η προσφορά συσσιτίων χαίρει της πλήρους εκτίμησής μας όταν παρέχεται από ομάδες κοινωφελούς χαρακτήρα προς τους άστεγους ή οικονομικά ασθενείς

Δεν πιστεύουμε ότι ο μέσος Έλληνας χρειάζεται μετά από 10 χρόνια οικονομικής ασφυξίας επιδόματα, βοηθήματα και κοινωνικά μερίσματα. Είμαστε της άποψης ότι θέλει να μπορεί να βρει δουλειά που θα του προσφέρει εισόδημα για να καλύπτει τις ανάγκες του.

Και βέβαια αναφερόμαστε σε έναν «νέο» από άποψη μυαλού Έλληνα. Δηλαδή εκείνον που έζησε και κυρίως αποκωδικοποίησε την κρίση μετά το 2008.

Αυτός λοιπόν που περιγράφουμε περιμένει να βρει μια θέση εργασίας στα έργα που θα συνοδεύουν την επένδυση στο Ελληνικό (όταν αποφασίσουμε να αρχίσει). Είναι αυτός που θέλει να απορροφηθεί όταν ασχοληθούμε σοβαρά με τις μεγάλες δυνάμεις μας  - τον τουρισμό και τη ναυτιλία. Είναι ο διπλανός του που πρόθυμα θα υλοποιήσει την επιχειρηματική του ιδέα (μικρή ή μεγάλη) αν σταματήσει να σκέφτεται ότι κάτι τέτοιο τώρα είναι απαγορευτικό δεδομένου ότι με το καλημέρα το περίπου 70% του τζίρου του δεν θα του ανήκει. Και βέβαια είναι ο νέος επιστήμονας που δεν θα θεωρείται over qualified για την Ελληνική επιχείρηση.

Η οικονομία δεν ενεργοποιείται με κοινωνικά μερίσματα αλλά με υιοθέτηση μέτρων - κινήτρων που οδηγούν στην δημιουργία θέσεων εργασίας. Και αυτά τα κίνητρα είναι που χρειάζεται ο «νέος» Έλληνας για να ζήσει την καινούρια εποχή. Δεν ζητά συσσίτια για να  επιβιώνει στην κατεστραμμένη παλιά.

Τι σημαίνει για την Ελλάδα η έξοδος από τα μνημόνια

Όσο πλησιάζει το 2018 τόσο μικραίνει και η απόσταση για τον επόμενο Αύγουστο, μήνα κατά τη διάρκεια του οποίου, όλοι θα θέλαμε να δούμε τη χώρα μας να αποχαιρετά τα μνημόνια. Η προοπτική και μόνο της εξόδου δημιουργεί μια ψυχολογική τόνωση στην προσπάθεια αναζήτησης της χαμένης μας αυτοπεποίθησης σε προσωπικό, κοινωνικό, επαγγελματικό,  και οικονομικό επίπεδο.

Στην Ελλάδα, συνειδητά ή όχι, έχουμε χρονικά «συνδέσει» το τέλος της εποχής των μνημονίων με την περίφημη ανάκαμψη της οικονομίας η οποία (ανάκαμψη) πάντα είναι η νομοτελειακή κατάληξη της όποιας (βαθιάς ή όχι) ύφεσης -  Έτσι όπως στη φύση το πρώτο φως της ημέρας εμφανίζεται πάντα μετά το «βαθύ» σκοτάδι της νύχτας.

Πιστεύουμε ότι πριν καταθέσουμε την άποψή μας για την «εικόνα» της εκτός μνημονίων Ελλάδος θα ήταν χρήσιμη μια αναφορά στις συνθήκες που επικρατούν αρχικά στην παγκόσμια και στη συνέχεια στη Ελληνική οικονομία.

 

Η παγκόσμια οικονομία

Ακολουθώντας λοιπόν την παραπάνω νομοτελειακή «λογική» η παγκόσμια οικονομία ξεπέρασε την κρίση που ξεκίνησε στις ΗΠΑ το 2008 μη την κατάρρευση της Lehman Brothers και η οποία γρήγορα επεκτάθηκε σε όλο τον κόσμο.

Ήδη από το 2011 στις ΗΠΑ και λίγο αργότερα στην ΕΕ το ΑΕΠ έφθασε σε επίπεδα υψηλότερα του 2009. Βεβαίως στην ΕΕ τα ποσοστά ανάπτυξης δεν είναι ομοιόμορφα για όλα τα μέλη της ένωσης. Και ασφαλώς υπάρχουν ακόμα και σήμερα οικονομίες που δεν έχουν επιστρέψει στα επίπεδα προ κρίσεως. Για παράδειγμα, η Ιταλία, η Πορτογαλία και με τη μεγαλύτερη απόκλιση από όλες η Ελλάδα.

Το ξεπέρασμα της κρίσης του 2008 συνοδεύτηκε σε πολιτικό – κοινωνικό επίπεδο από την εμφάνιση σε ύψιστα πολιτικά αξιώματα ατόμων περισσότερο γνωστών για την οικονομική τους επιφάνεια παρά για την πολιτική τους σταδιοδρομία, αλλά και από τη ενδυνάμωση της παρουσίας πολιτικών χώρων ακραίων αντιλήψεων.

Σε οικονομικό επίπεδο η ανάκαμψη των μακροοικονομικών δεικτών δεν έγινε τόσο «ορατή» στην πραγματική οικονομία, ενώ οι παραγωγικές επενδύσεις δεν θυμίζουν εκείνες προηγούμενων ετών.

Ταυτόχρονα οι δείκτες των χρηματιστηρίων καταρρίπτοντας το ένα ρεκόρ κατόπιν του άλλου βρίσκονται σε δυσθεώρητα ύψη που δύσκολα μπορεί κάποιος να δεχτεί ότι αντιπροσωπεύουν την «πραγματική» εικόνα της οικονομίας.

Και βεβαίως το παγκόσμιο χρέος έχει φτάσει (σύμφωνα με το IIF) στο 324% του παγκόσμιου ΑΕΠ (Κρίση χρέους και η δημιουργεία της φούσκας) κάτι που μας αφήνει αναπάντητο το ερώτημα «που θα φτάσει το κόστος του όταν αρχίσει η άνοδος των επιτοκίων»;

 

Η Ελληνική οικονομία

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον της εδώ και χρόνια παγκόσμιας οικονομικής ανάκαμψης η Ελλάδα θέλει (σε 10 περίπου μήνες) να αφήσει πίσω της τα μνημόνια  προσπαθώντας να πείσει – ίσως και την ίδια -  ότι έστω και μικρούς ρυθμούς έχει περάσει από τις αρχές του 2017 σε τροχεία ανάπτυξης αν και εξακολουθεί να είναι η τελευταία χώρα της ΕΕ που η οικονομία της είναι τόσο μακριά από τα μεγέθη του 2009.

Εσχάτως μάλιστα ακούγονται και θετικές(!!) εκτιμήσεις από άτομα που δεν μας είχαν συνηθίσει ανάλογα. Όπως για παράδειγμα ο πρώην υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας Βόλφγκανγκ Σόιμπλε που πρόσφατα ρωτήθηκε για το πότε θα τελειώσει ο «εφιάλτης» στην Ελλάδα και δήλωσε ότι «Μα πιστεύω ότι έχει τελειώσει, το 2017 τα στοιχεία δείχνουν ότι τα πράγματα ανακάμπτουν».

 

Η επικείμενη έξοδος από τα μνημόνια

Ασφαλώς μετά 8 χρόνια το άκουσμα «τέλος τα μνημόνια» μόνο ευχάριστα μεταφράζεται από τη σκέψη μας. Φανταζόμαστε λοιπόν την Ελλάδα να αφήνει πίσω της την 10ετη ύφεση και να βλέπει θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Να βγαίνει στις αγορές και να δανείζεται με όχι απαγορευτικά επιτόκια. Να υπάρχουν ενδεχομένως και κάποια μέτρα ελάφρυνσης του χρέους. Και βέβαια όταν αυτές οι προοπτικές πάψουν να είναι προοπτικές και περάσουν στο στάδιο της πραγματικής «εμφάνισής» τους στην οικονομία να βελτιώνεται και η θέση του μέσου πολίτη της χώρας.

Όμως σε αυτή την εκτός μνημονίων «νέα εποχή» θα υπάρχουν για την οικονομία της Ελλάδας κάποια δεδομένα τα οποία αν αγνοήσουμε ή ξεχάσουμε θα έχουμε κάνει ένα ακόμα λάθος. Ίσως μεγαλύτερο των πολλών προηγούμενων.

Δύο (μόνο) στοιχεία για το «νέο» οικονομικό περιβάλλον..

Βγαίνοντας η χώρα στις αγορές μην περιμένουμε να διαθέτει τα ομόλογά της με αποδόσεις  της τάξης του 1%. Κάτι που σημαίνει ότι ο δανεισμός της παρότι δεν θα είναι απαγορευτικός δεν θα είναι ταυτόχρονα και ελκυστικός. Η παλιά συνταγή «παίρνω δάνεια για να καλύπτω τα κενά» πρέπει να ξεχαστεί μια και αποδείχτηκε καταστροφική. Η «πραγματική» αύξηση του ΑΕΠ της χώρας που θα βασίζεται σε όσο το δυνατόν περιορισμένη συμμετοχή των δανείων (Ο δείκτης Debt/GDP) είναι εκείνη που θα φέρει την «πραγματική» ανάπτυξη, άρα τον περιορισμό του ρίσκου και επομένως τον σταδιακό περιορισμό των spreads των Ελληνικών ομολόγων έναντι των Γερμανικών.

Οι ξένες επενδύσεις που αναμένονται θα γίνουν σε μια χώρα με φτηνούς (πλέον) συντελεστές παραγωγής. Επομένως οι κάτοχοι των συντελεστών δεν θα πρέπει να περιμένουν θεαματικές αποδόσεις (αμοιβές) για την προσφορά τους.

Συμφωνίες «και» για το αύριο..

Θα είναι άδικο έως και ανήθικο να διαγράψουμε από τη σκέψη τους ότι η χώρα έχει δεσμευτεί για αρκετά χρόνια (μετά το 2018) στην επίτευξη συγκεκριμένων στόχων. Για παράδειγμα στη δημιουργία πρωτογενών πλεονασμάτων της τάξης του 3,5% του ΑΕΠ μέχρι το 2023 και κοντά στο 2% του ΑΕΠ για την περίοδο 2023-2060 (Συμφωνία Eurogroup 15.06.17) με παράλληλη βέβαια πειθαρχία στο Σύμφωνο Δημοσιονομικής Σταθερότητας

Πρέπει να μας είναι σαφές ότι οι συμφωνίες που έχουμε συνάψει με την ΕΕ και το ΔΝΤ δεν επιτρέπουν στη χώρα την άσκηση οικονομικών πολιτικών που «απολαμβάνουν» την ελευθερία της επιλογής μας. Στην πράξη, η όποια οικονομική πολιτική είναι υποχρεωμένη να ακολουθεί τα συμφωνημένα και ασφαλώς θα υπάρχει έλεγχος για την τήρησή τους. Δεν ασκούμε κριτική για τα κατά ή τα υπέρ τους καθ υπόδειξη άσκησης οικονομικής πολιτικής μια και αφενός εμείς «προσκαλέσαμε τους καθοδηγητές» και αφετέρου υπάρχουν πάντα δύο όψεις σε ένα νόμισμα.

Ανεξάρτητα από το πώς θέλουν - για τους δικούς τους λόγους - κυβέρνηση και αντιπολίτευση  (Πανηγυρισμοί και απογοητεύεσεις) να εμφανίζουν την μετά μνημονίων εποχή η εποπτεία και ο έλεγχος της Ελλάδος από τους δανειστές της δεν θα σταματήσει με την έξοδο της χώρας από τα μνημόνια - προγράμματα.

 

Επίλογος

Κλείνοντας την αναφορά μας στην μετά μνημονίων Ελλάδα θέλουμε να επισημάνουμε δύο παράγοντες που δεν πρέπει να αγνοήσουμε και από τους οποίους ο πρώτος είναι εκτός της σφαίρας ελέγχου της χώρας.

Όπως αναφέραμε στο πρώτο μέρος του άρθρου η ανάπτυξη (μετά την κρίση του 2008) της παγκόσμιας οικονομίας συνοδεύεται από αρκετά όχι ενθαρρυντικά στοιχεία μεταξύ των οποίων η διόγκωση του παγκόσμιου χρέους, τα συνεχή ρεκόρ των χρηματιστηριακών δεικτών, η εμφάνιση και ενδυνάμωση ακραίων πολιτικών ομάδων και η παρουσία σε καίριες ηγετικές πολιτικές θέσεις ατόμων άγνωστων προηγούμενα στην πολιτική σκηνή.

Δημιουργείται σταδιακά ένα «μίγμα» δεδομένων του οποίου η «εκτόνωση» είναι θέμα χρόνου να συμβεί.

Θέλουμε να ελπίζουμε ότι η διαδικασία οικονομικής ανάκαμψης της Ελλάδας δεν θα συναντήσει στην εξέλιξή της την εμφάνιση μιας νέας κρίσης στην παγκόσμια οικονομία. Μια τέτοια συγκυρία ασφαλώς θα αποτελούσε τροχοπέδη στην προσπάθεια της χώρας.

Ο δεύτερος παράγοντας αφορά το απαραίτητο της συνειδητοποίησης από κάθε πλευρά (κράτος και πολίτες) ότι η χώρα δεν πρέπει και ούτε θα μπορεί να επιστρέψει στην «ασυδοσία» παλαιότερων εποχών. Έχουμε αναφερθεί και σε προηγούμενο άρθρο (Νεα μέτρα και αντίμετρα αλλά χωρίς αναφορά σε νέα κουλτούρα) ότι είναι επιτακτική ανάγκη για την Ελλάδα η αλλαγή κουλτούρας στην συμπεριφορά της απέναντι και στους πολίτες της αλλά και σε τρίτους

Για να αντιμετωπιστεί τη νέα εποχή θα πρέπει πρώτα να «αποδεχτούμε» τα λάθη που κάναμε. Στη συνέχεια, και θα λέγαμε άμεσα, θα πρέπει να «φτιάξουμε» τη σχέση κράτους  - πολίτη. Η αντιπαλότητα που υφίσταται σήμερα λόγω κυρίως της έλλειψης εμπιστοσύνης που υπάρχει εκατέρωθεν πηγαίνει τη χώρα μόνο προς τα πίσω.

 

Η χώρα μας έχοντας ήδη αλλάξει κατά πολύ την εικόνα της ξεκινάει την αναζήτηση μιας νέας ταυτότητας. Ας προσπαθήσουμε λοιπόν ενωμένοι και απαγκιστρωμένοι από τις λανθασμένες «οπτικές» του παρελθόντος να «χαράξουμε» την πορεία αυτής της νέας Ελλάδας μακριά από τις υπερβολές - θετικές και αρνητικές - που βιώσαμε στις περιόδους πριν και μετά το 2008 αντίστοιχα.





Οικονομική παιδεία. Το σημερινό σχολείο μεταφέρει «ουσιαστικές» οικονομικές γνώσεις ;

Είναι γνωστό ότι σε ένα περιβάλλον επιλεκτικής, κατευθυνόμενης, λανθασμένης, δήθεν, ή έλλειψης πληροφόρησης, ο πωλητής μπορεί «πιο εύκολα» να διαθέσει το προϊόν του στον αγοραστή. Ο σωστά ενημερωμένος καταναλωτής υπάρχουν φορές που ¨δυσκολεύει" τις πωλήσεις!

Το παραπάνω «περίγραμμα σκέψης» θα μπορούσε να σκιαγραφήσει εμπορικές συναλλαγές κερδοσκοπικού χαρακτήρα που βεβαίως στις πολιτισμένες κοινωνίες δεν «μπορεί» να χαρακτηρίζουν τις σχέσεις κράτους - πολίτη!

Οικονομική παιδεία

Γενικά η ύπαρξη παιδείας  - αναγνωρίζεται από όλους – ότι κάνει τον άνθρωπου λιγότερο «ευάλωτο» απέναντι στο έλεγχο ή και στην κατεύθυνση της σκέψης του από τρίτους.

Συγκεκριμένα, η οικονομική παιδεία – ειδικά στο καθεστώς της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας - επιτρέπει  στο άτομο να κρίνει  και στη συνέχεια να επιλέξει το «πλέον» σωστό στις καθημερινές οικονομικές αποφάσεις του, αλλά συγχρόνως του προσφέρει τη δυνατότητα  να αναγνωρίσει την ορθότητα ή όχι των αποφάσεων που παίρνουν άλλοι για τον ίδιο.

Έχοντας αυτή την οικονομική υποδομή στη σκέψη του ο μέσος Έλληνας θα μπορούσε να αναρωτηθεί, να κατανοήσει ή και να δώσει απαντήσεις στα παρακάτω ερωτήματα:

  • Η μεγάλη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 στις ΗΠΑ επηρέασε ασφαλώς την παγκόσμια οικονομία. Γιατί ενώ άλλες χώρες της ΕΕ έχουν ξεπεράσει ήδη την κρίση η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται βυθισμένη στην ύφεση;
  • Γνωρίζουμε ότι οι αγοραστές ομολόγων είναι «πιστωτές» της οικονομίας μας; Δηλαδή ότι πρόκειται για μορφή δανεισμού.
  • Ποιος είναι ο λόγος που τα spread των Ελληνικών ομολόγων βρίσκονται ακόμα σε αυτό το δυσθεώρητο ύψος;
  • Τι περιμένουμε από τις αγορές στην προσπάθειά μας έκδοσης και πώλησης νέων ομολόγων; Ξέρουμε τι σημαίνει απόδοση ομολόγου, και αν ναι, φανταζόμαστε το ύψος της απόδοσης που θα ζητηθεί;
  • Καταλαβαίνουμε με ποιο τρόπο προέκυψε η δημιουργία πρωτογενούς πλεονάσματος μιας οικονομίας που βρίσκεται σε 9ετη ύφεση; Αν ναι, μήπως να σταματήσουμε να πανηγυρίζουμε;
  • Αντιλαμβανόμαστε τι σημαίνει η δέσμευσή μας για δημιουργία υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για τόσο πολλά χρόνια;
  • Μάθαμε τις ακριβώς συνέβη με το PSI; Μας έγινε κατανοητό το περίφημο κούρεμα ποιους αφορούσε αλλά και ποιοι το πληρώνουν;
  • Ξέρουμε πλέον την έννοια της ανακεφαλοποίησης των τραπεζών και με ποιων τα χρήματα αυτή γίνεται;
  • Έχουμε αντιληφθεί ότι τα ελλείμματα και το αυξανόμενο δημόσιο χρέος αυξάνουν τη φορολογική επιβάρυνση των πολιτών; Δηλαδή μειώνουν περαιτέρω το διαθέσιμο εισόδημα.
  • Μας είναι προφανές ότι το προηγούμενο αποτελεί περαιτέρω «αποδυνάμωση» των επενδύσεων του ιδιωτικού τομέα της οικονομίας; Ενώ οι επενδύσεις είναι απαραίτητες για να βγούμε από την ύφεση.
  • Καταλαβαίνουμε κατά συνέπεια ο υπερδανεισμός ποιους ωφελεί;

Μήπως η γνώση των παραπάνω οικονομικών ακουσμάτων θα «δυνάμωνε» την οικονομική λογική του μέσου πολίτη που μεταξύ άλλων σημαίνει περιορισμό των λανθασμένων κινήσεών του αλλά και «αναγνώριση της λογικής» στις κινήσεις των άλλων;

 

Επίλογος

Έχουμε αναφέρει και σε παλαιότερο άρθρο ότι η ύπαρξη οικονομικής παιδείας δεν σημαίνει να γίνουμε όλοι οικονομολόγοι. Ασφαλώς όχι. Δεν χρειάζεται η οικονομία – κοινωνία κάτι τέτοιο.

Αυτό που εννοούμε και επιμένουμε στην εφαρμογή του είναι η καλλιέργεια της παιδείας "περί τα οικονομικά" στο σχολικό περιβάλλον. Βεβαίως δεν αναφερόμαστε στην τυποποιημένη μεταφορά γνώσης που γίνεται μέσα από τα σχολικά εγχειρίδια στις τάξεις του Λυκείου.

Εντελώς διαφορετικά καταλαβαίνουμε την παροχή «πραγματικής» οικονομικής παιδείας.

Ειδικά η εποχή που ζούμε (ατυχώς) προσφέρει μια τεράστια ποικιλία οικονομικών θεμάτων την οποία θα έπρεπε να περάσουμε προς συζήτηση, ανάλυση και εξαγωγή συμπερασμάτων στο περιβάλλον της σχολικής τάξης.

Δυσκολευόμαστε να αντιληφθούμε όχι μόνο το γιατί αυτό δεν γίνεται αλλά και το ότι ταυτόχρονα συζητείται το ενδεχόμενο μείωσης των ωρών διδασκαλίας στα «αμιγώς» οικονομικά μαθήματα.

Το κράτος διαθέτει - στο πλαίσιο της προστασίας του πολίτη με την ευρεία έννοια -  εκείνους τους ανάλογους θεσμούς αποστολή ή καθήκον των οποίων είναι και η «ενδυνάμωση» της παιδείας του πολίτη.

Και σε ένα κόσμο που λαμβάνονται καθημερινά εκατομμύρια οικονομικές αποφάσεις το δικαίωμα των νέων στην πρόσβαση της «πραγματικής» οικονομικής παιδείας δεν πρέπει να περιορίζεται στο άκουσμα της ύλης ενός βιβλίου. ΠΡΕΠΕΙ να είναι πολύ περισσότερο ουσιαστικό.

 

Πως ο μετασχηματισμός του ρόλου των τραπεζών συνέβαλε στην εμφάνιση της κρίσης του 2008 (Μέρος Β)

Σκοπός αυτού του άρθρου όπως αναφέραμε στο Μέρος Α δεν είναι να αναλύσει σε βάθος τις αιτίες (ή καλύτερα τις αφορμές) της παγκόσμιας κρίσης που ξέσπασε το 2008 και βρίσκονται πρωτίστως στα δάνεια χαμηλής εξασφάλισης κυρίως στεγαστικά (subprime mortgages) που δόθηκαν, στα διάφορα δομημένα επενδυτικά προϊόντα που κυκλοφόρησαν, στην έκδοση εταιρικών ομολόγων μειωμένης ασφάλειας, κ.ά.

Η αναφορά μας επικεντρώνεται κυρίως στην Ελλάδα και ειδικά: 1) Στο γιατί δόθηκαν στεγαστικά (και όχι μόνο) δάνεια χαμηλής εξασφάλισης  2) Στο πως αντιμετωπίζεται από το επίσημο κράτος η κατάσταση που προέκυψε, και 3) Στα συμπεράσματα ή σκέψεις που γεννήθηκαν μέσα από την κατάληξη αυτής της κρίσης.

1. Στεγαστικά (και όχι μόνο) δάνεια χαμηλής εξασφάλισης (μέχρι το 2008)

Ήδη από τη δεκαετία του ’90 τα νοικοκυριά (και οι επιχειρήσεις) αποκτούν μια σχετικά εύκολη βατότητα στο δανεισμό τους από τις Τράπεζες. Η κορύφωση (ρεκόρ) του δανεισμού του ιδιωτικού τομέα γίνεται το 2010.

Στην περίοδο αυτή, ιδιαίτερα στα μέσα της δεκαετίας του ’00 η σύναψη στεγαστικών δανείων μεταξύ ιδιωτών και τραπεζών αποτελεί (θα μπορούσαμε να πούμε) καθημερινή πρακτική. Είναι η εποχή του Ελληνικού ονείρου που βεβαίως εξελίχτηκε σε εφιάλτη!  Οι διαδικασίες της έγκρισης δανειακών συμβάσεων είναι πλέον συνοπτικές κάτι που θα μπορούσε να μεταφραστεί στο ότι δεν γίνεται ενδελεχής έλεγχος της δυνατότητας του δανειζόμενου αποπληρωμής του δανείου.

στεγαστικά δάνεια

Η έκρηξη της αγοράς των στεγασικών δανείων

Η «μανία» δανεισμού του ιδιωτικού τομέα από τον τραπεζικό δεν περιορίζεται στα στεγαστικά δάνεια. Επεκτείνεται, και αργότερα «κατακτά», και τα καταναλωτικά. Εκεί το ποσό του δανείου είναι μάλλον πιο κοντά στην επιθυμία του δανειζόμενου παρά στην πρόταση του δανειστή. Η δε διαδικασία έγκρισης περιορίζεται σε λίγες μόλις μέρες μια και τα απαιτούμενα δικαιολογητικά από την τράπεζα πολλές φορές είναι μια φωτοτυπία του εκκαθαριστικού της φορολογικής δήλωσης και μια βεβαίωση αποδοχών. Με αντίστοιχη ευκολία εκδίδονται και πιστωτικές κάρτες σε μια «προσπάθεια» περαιτέρω εξυπηρέτησης του καταναλωτή!

έγκριση δανείου

Έγκριση δανείων με συνοπτικές διαδικασίες

Βέβαια το εκκαθαριστικό δείχνει τις οικονομικές δυνατότητες του χθες και η βεβαίωση αποδοχών τις αντίστοιχες δυνατότητες του σήμερα. Αυτές δε οι «εικόνες» εμφανίζονταν μετά από χρόνια συνεχούς ανάπτυξης και με το ΑΕΠ της χώρας να είναι στο ιστορικό ρεκόρ των 354.46 USD δις το 2008 (πηγή: https://tradingeconomics.com).

 Στο σημείο αυτό εμφανίζονται τα πρώτα ερωτήματα:

  • Ήταν άγνωστο στις τράπεζες το τι συμβαίνει στην οικονομία μετά την κορύφωση της ανοδικής φάσης;
  • Μήπως τα άτομα που ενέκριναν τα δάνεια ήταν της άποψης ότι η οικονομία θα συνέχιζε την ανάπτυξη της επ' άπειρον;
  • Ποιος ακριβώς ήταν ο λόγος που το δάνειο έγινε «προϊόν» το οποίο πουλιόταν (ή γινόταν προσπάθεια να πουληθεί ) και τηλεφωνικά;
  • Υπήρξε «ηχηρή» ενημέρωση από το εκδότη στον κάτοχο της πιστωτικής κάρτας για το (εξωπραγματικό) ύψος του επιτοκίου που θα χρεωθεί αν καθυστερήσει την πληρωμή της δόσης του;
  • Που βρίσκονται τα υπέρ κέρδη των τραπεζών μέχρι που ξέσπασε η κρίση; Μήπως εξανεμίστηκαν μέσω από ατυχείς προσπάθειες περαιτέρω διόγκωσής τους;
  • Γιατί δεν έγινε σοβαρή πρόβλεψη (μέσω διακράτησης κερδών) για την αντιμετώπιση των «κόκκινων δάνειων» που ασφαλώς ήταν θέμα χρόνου η εμφάνισή τους;
  • Αρκετά δις ευρώ των κόκκινων δανείων πρόκειται να αγοραστούν από ξένα funds σε τιμή (για παράδειγμα) 5% της αξίας τους. Γιατί οι τράπεζες δεν τα προσφέρουν με 10% στους οφειλέτες τους;  Δηλαδή με ένα κούρεμα της τάξης του 90% της αξίας τους. Είναι θέμα νομικής διευθέτησης της δανειακής σύμβασης; Και αν ναι, δεν λύνεται;

Υπήρξε σοβαρή και σε έκταση προσπάθεια των Τραπεζών για μια απ’ ευθείας ανάλογη πρόταση στους δανειολήπτες; Η τηλεφωνική επικοινωνία μη εκπαιδευμένων ή και ανάγωγων υπαλλήλων εισπρακτικών εταιριών δεν εμπίπτει στην κατηγορία «Τραπεζική πρόταση».

Θεωρούν οι τράπεζες ότι το Ελληνικό νοικοκυριό αν του προσφέρεις κούρεμα 90% στην αξία του δανείου του θα αθετήσει την υπόσχεση για αποπληρωμή του υπόλοιπου 10% και θα προτιμήσει την (όποια;;) αποδοχή της πρότασης του ξένου fund ή διαχειριστή απαιτήσεων (για να το πούμε κομψά).

Το θέμα τελικά είναι η καλύτερη εικόνα του ισολογισμού μέσω της διαγραφής κάποιων δις ευρώ μη εξυπηρετούμενων δανείων; Η λογιστική εικόνα δηλαδή μας ενδιαφέρει περισσότερο από την πραγματική ταμειακή;

2. Η αντιμετώπιση της κατάστασης από το κράτος (μετά το 2008)

Η εικόνα της Ελληνικής οικονομίας μετά το 2009 (προσφυγή στον μηχανισμό στήριξης στις 23 Απριλίου 2010) δηλαδή στην εποχή της επιτήρησης και των μνημονίων είναι γνωστή με τις τραγικές συνέπειες να  εμφανίζονται στον περιορισμό του ΑΕΠ, στην εκτίναξη της ανεργίας (σε άγνωστα επίπεδα), στην λιτότητα, στην υπερβολική φορολόγηση. Μεταφράζοντας τα προηγούμενα υπήρξε μεγάλη μείωση του εισοδήματος, άρα και περιορισμός της κατανάλωσης. Και η ύφεση να συναντάται με αποπληθωρισμό -deflation spiral δηλαδή να δημιουργούνται συνθήκες διαιώνισή της.

Το χειρότερο βέβαια είναι ότι ο μέσος Έλληνας καλείται να αντιμετωπίσει την προηγούμενη κατάσταση χρεωμένος ή υπερχρεωμένος. Κάτι αντίστοιχο στην σύγχρονη οικονομική ιστορία της Ελλάδος και σε αυτό βαθμό δεν έχει προηγούμενο.

Είναι προφανές ότι ο καλοπροαίρετος (σε αυτόν αναφερόμαστε) μέσος Έλληνας (φυσικό ή νομικό πρόσωπο) δεν μπορεί να  αποπληρώσει τα δάνεια του με δεδομένη μια μέση μείωση του εισοδήματός του της τάξης του 40%. Ασφαλώς αναφερόμαστε σε εκείνον (τον τυχερό) που διατηρεί την εργασία του διότι για το 25 - 27% του εργατικού δυναμικού (που είναι πλέον άνεργοι) η μόνη συζήτησης είναι για το πως και εάν θα υπάρξει στοιχειώδης επιβίωση.

Σε μακροοικονομικό επίπεδο η εικόνα της χώρας δεν διαφέρει και πολύ από αυτήν που περιγράφουμε. Είναι δηλαδή μια χώρα υπερδανεισμένη όπου το χρέος σαν ποσοστό του ΑΕΠ  έφτασε από το 103 το 2007 στο 179 το 2016 (πηγή: https://tradingeconomics.com). Και είναι γνωστή η προσπάθεια που γίνεται για νέο «κούρεμα» του χρέους.

Κάπου εδώ μας γεννιέται μια δεύτερη γενιά ερωτημάτων:

  • Ο τραπεζικός τομέας λειτουργεί αυτοβούλως στην οικονομία μιας χώρας; Δεν «υπακούει» στην ευρύτερη οικονομική πολιτική του κράτους;
  • Πόσες φορές ακόμα και γιατί θα ζητηθεί ανακεφαλοποίηση των τραπεζών με κεφάλαια του ιδιωτικού τομέα αλλά και του κράτους;
  • Γιατί η Ισλανδία ενώ δεν έσωσε τις τράπεζες της η οικονομία της ήδη από το 2015 βρίσκεται στα προ κρίσης επίπεδα;
  • Γιατί το κράτος (με εξαίρεση το νόμο Κατσέλη) και ενώ το ίδιο ζητά ελάφρυνση χρέους δεν έχει προσφέρει ουσιαστική δυνατότητα δανειακής ελάφρυνσης στον υπερχρεωμένο Έλληνα;
  • Ποιος είναι ο τρόπος που τελικά θα αντιμετωπιστούν τα κόκκινα δάνεια; Οι πλειστηριασμοί των κατοικιών και η πώλησή τους σε ξένα funds - επενδυτικά όπως διαβάσαμε!
  • Θεωρούμε ότι η προσπάθεια «έλευσης» επενδυτών αφορά διαχειριστές δανειακών (πιστωτικών) απαιτήσεων; Τέτοιου είδους επενδύσεις χρειαζόμαστε;
  • Μήπως οι «δεσμεύσεις» μας δεν μας επιτρέπουν να πάρουμε αποφάσεις διαφορετικές της πώλησης των κόκκινων δανείων σε ξένα funds;

3. Συμπεράσματα – σκέψεις για την πιθανή κατάληξη

Στο οικονομικό σύστημα που ζούμε η αναδιανομή του πλούτου μέσω της φορολόγησης, των κοινωνικών παροχών αλλά και με οποιοδήποτε άλλο τρόπο γίνεται θεσμικά από το κράτος. Το εαν το σύστημα έχει πετύχει μια «δίκαιη» αναδιανομή είναι θέμα που έχει αναλυθεί σε προηγούμενο άρθρο (market failure).

Στην παρούσα ανάλυση αναφερθήκαμε στο «νέο» ρόλο των τραπεζών όπου – θέλουμε να πιστεύουμε χωρίς πρόθεση – συμμετείχαν στη δημιουργία έντονων οικονομικών (και όχι μόνο) ανισοτήτων στην κοινωνία. Ανέλαβαν δηλαδή ένα θεσμικό ρόλο που δεν τους ανήκει.

Με αρκετή δόση καλοπροαίρετης σκέψης οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι ο συγκεκριμένος κλάδος «χάθηκε» μέσα στην πολυπλοκότητα που δημιούργησε η γιγάντωσή του με αποτέλεσμα την δημιουργία παράπλευρων απωλειών (συνεπειών) που δεν ήταν στον σχεδιασμό του.

Συγχρόνως, η (με έντονες κερδοσκοπικές βλέψεις) προσπάθεια του τραπεζικού κλάδου να εισχωρήσει σε διαφορετικούς (σε σχέση με τον πρωταρχικό του ρόλο) τομείς της οικονομικής ζωής δημιούργησε μια νέα μορφή πιστωτικών ιδρυμάτων ιδιαίτερα εκτεθειμένων στον πιστωτικό κίνδυνο. Εκ του αποτελέσματος απεδείχθη ότι έγιναν λανθασμένες εκτιμήσεις του κινδύνου που ανέλαβαν χρησιμοποιώντας εργαλεία αγνώστου (στην πραγματικότητα) αποτελεσματικότητας.

Με το νέο τους profile οι τράπεζες - εκτός των προηγούμενων - ολοένα και περιόριζαν τη διοχέτευση ρευστότητας στην αγορά για επενδύσεις από «μικρούς» παίκτες. Οι περισσότερες τραπεζικές εργασίες – υπηρεσίες αφορούσαν πλέον ένα private banking μικρού τμήματος του πληθυσμού.

Βέβαια ίσως κάτι τέτοιο να επιτάσσει το νέο μοντέλο ανάπτυξης της οικονομίας. Δηλαδή η επενδυτική δραστηριότητα να αποτελεί «προνόμιο» των ολίγων και ασφαλώς πολύ ισχυρών οικονομικά. Οι υπόλοιποι (πολλοί) θα αποτελούν τα απαραίτητα (και αρκετά φτηνά) εργαλεία για την υλοποίηση των επιχειρηματικών projects. Σε μια τέτοια περίπτωση οι τράπεζες ασφαλώς ανταποκρίθηκαν πολύ αποτελεσματικά στο νέο ρόλο τους.

Επειδή όμως δεν θέλουμε να θεωρούμε πιθανό το παραπάνω ενδεχόμενο και συνεχίζοντας τις σκέψεις μας πιστεύουμε ότι ο τόσο σημαντικός κλάδος των τραπεζών θα πρέπει να «επιστρέψει» στον παραδοσιακό ρόλο του συμμετέχοντας έτσι, και στο βαθμό που του αναλογεί, στη διαμόρφωση ενός περισσότερο ασφαλούς και ελεγχόμενου οικονομικού συστήματος.

Αναφορικά με την συμμετοχή (ή και την ανοχή) του κράτους σε αυτή την περίοδο της εμφάνισης του «νέου» ρόλου των τραπεζών είμαστε της άποψης ότι η πολιτική εξουσία θα πρέπει να βρει εκείνα τα «κανάλια» ώστε να μην ελέγχεται από την αντίστοιχη οικονομική.

Βεβαίως και αυτό εξαρτάται από το αν μας ικανοποιεί το σήμερα του  οικονομικού - πολιτικού συστήματος, αλλά και από το πως οραματιζόμαστε το αύριο της κοινωνίας που ζούμε.

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Πως ο νέος ρόλος των τραπεζών συνέβαλε στην εμφάνιση της κρίσης του 2008 (Μέρος Α)

Το πέρασμα της οικονομίας από τη μορφή της εμπράγματης σε αυτή της εγχρήματης είχε σαν αποτέλεσμα  (μεταξύ άλλων) και την εμφάνιση των χρηματικών ροών στο οικονομικό σύστημα. Οι ανταλλαγές προϊόντων, υπηρεσιών και συντελεστών παραγωγής γίνονταν πλέον με χρήμα (στις διάφορες μορφές του). Ήταν το τέλος της εποχής του αντιπραγματισμού.

Ασφαλώς κάποιος φορέας ανέλαβε την κοπή του χρήματος, τον έλεγχο της ποσότητας που θα κυκλοφορούσε, και τη διοχέτευσή του στην οικονομία.

Την διεκπεραίωση των προηγούμενων ενεργειών ανέλαβαν οι τράπεζες: Η κεντρική και οι εμπορικές

Τράπεζα. Μια δεξαμενή χρήματος

Μπορούμε να φανταστούμε την τράπεζα σαν μια δεξαμενή χρήματος στην οποία οι εισροές προέρχονται από τις οικονομικές  μονάδες που το χρήμα πλεονάζει (καταθέτες) και οι εκροές κατευθύνονται προς εκείνες που υπάρχει έλλειψη (δανειζόμενοι). Με άλλα λόγια δανείζεται χρήματα και στη συνέχεια τα δανείζει.

Η τράπεζα λοιπόν δέχεται τις καταθέσεις και αφού διατηρήσει ένα ποσοστό τους διαθέσιμο προσφέρει το υπόλοιπο με τη μορφή (κυρίως) δανείων σε φυσικά ή και νομικά πρόσωπα. Βεβαίως η αμοιβή των καταθετών (επιτόκιο καταθέσεων) είναι πάντα μικρότερη του κόστους των χορηγήσεων – δανείων (επιτόκιο χορηγήσεων) κάτι το οποίο εν μέρει αιτιολογείται από το ότι θα πρέπει η τράπεζα να αμειφθεί για τον πιστωτικό και επιτοκιακό κίνδυνο που αναλαμβάνει. Η διαφορά του ύψους των επιτοκίων αποτελεί τη βασική πηγή εσόδων της Τράπεζας.

Ο μετασχηματισμός του (βασικού) ρόλου των τραπεζών

Σταδιακά, με την εξέλιξη της κοινωνίας και ιδιαίτερα με την εδραίωση της παγκοσμιοποίησης οι τράπεζες εκτός του βασικού τους ρόλου αυτού του θεματοφύλακα των καταθέσεων και της χορήγησης δανείων αναλαμβάνουν και άλλες δραστηριότητες. Γίνονται οι ίδιες καταθέτες σε άλλες τράπεζες και χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς αλλά και επενδυτές σε μια μεγάλη ποικιλία προϊόντων (όχι πάντα υψηλής εξασφάλισης κινδύνου). Ιδρύουν θυγατρικές με μεγάλη γκάμα δραστηριοποίησης όπως στην ασφαλιστική αγορά, στην  χρηματιστηριακή, στην αγορά αμοιβαίων κεφαλαίων και ομολόγων. Παρέχουν συμβουλευτικές υπηρεσίες με ιδιαίτερο focus στο private banking. Αναλαμβάνουν σύμβουλοι έκδοσης στην εισαγωγή των μετοχών Εταιρειών στο χρηματιστήριο. Εσχάτως δε προσφέρουν και υπηρεσίες μέσω e-banking και mobile banking.

Ασφαλώς αναφερόμαστε σε μια τεράστια ανάπτυξη των εργασιών τους. Σε ένα γιγάντωμα του χώρου που πλέον παίρνει τη μορφή super market χρηματοοικονομικών προϊόντων και  υπηρεσιών με την έννοια ότι σου προσφέρει ό,τι θα ήθελες να βρεις.

Η τεράστια διόγκωση του κύκλου εργασιών των τραπεζών μέχρι και το 2008 ασφαλώς δημιούργησε υπέρ κέρδη για τις ίδιες.

Τράπεζες και η κρίση του 2008

Ένας από τους λόγους που η οικονομίες μετά το peak μπαίνουν σε καθοδική πορεία είναι ότι στη φάση της κορύφωσης του οικονομικού κύκλου υπάρχει μεγάλη ποσότητα πλεονάζοντος χρήματος. Στην προσπάθεια διόρθωσης αυτής της ανισορροπίας γίνονται (αρκετές φορές) λανθασμένες κινήσεις που εμπεριέχουν είτε αυξημένο ρίσκο είτε στοιχεία μη δεοντολογικής ηθικής που στοχεύουν βέβαια στην περαιτέρω αύξηση των ήδη μεγάλων κερδών (the sky is the limit). Μια τέτοιου μεγέθους οικονομική παντοδυναμία θα μπορούσε να έχει βλέψεις και στον (άμεσο ή έμμεσο) έλεγχο και άλλων χώρων πέραν της Οικονομίας.

Η κατάρρευση – πτώχευση της Lehman Brothers το 2008 ήταν το μεγάλο γεγονός της κρίσης του χρηματοπιστωτικού – τραπεζικού τομέα που είχε αρχίσει ήδη από το 2007 και η οποία σύντομα βύθισε σε ύφεση την παγκόσμια οικονομία. Μιας κρίσης που πολλοί την χαρακτήρισαν σαν την αμέσως μεγαλύτερη εκείνης του χρηματιστηριακού κραχ του 1929 στις ΗΠΑ και της μεγάλης παγκόσμιας ύφεσης (Great Depression) που ακολούθησε.

Σκοπός αυτού του άρθρου δεν είναι να αναλύσει σε βάθος τις αιτίες (ή καλύτερα τις αφορμές) της παγκόσμιας κρίσης που βρίσκονται κυρίως στα χαμηλής εξασφάλισης στεγαστικά δάνεια (subprime mortgages) που δόθηκαν, στα διάφορα δομημένα επενδυτικά προϊόντα που κυκλοφόρησαν, στην έκδοση εταιρικών ομολόγων μειωμένης ασφάλειας, κ.ά.

Η αναφορά μας επικεντρώνεται κυρίως στην Ελλάδα και ειδικά: 1) Στο γιατί δόθηκαν στεγαστικά (και όχι μόνο) δάνεια χαμηλής εξασφάλισης  2) Στο πως αντιμετωπίζεται από το επίσημο κράτος η κατάσταση που προέκυψε, και 3) Στα συμπεράσματα ή σκέψεις που γεννήθηκαν μέσα από την κατάληξη αυτής της κρίσης.

Οι απόψεις μας για τα παραπάνω θέματα αναφέρονται στο Μέρος Β του άρθρου το οποίο έπεται.

Ελαστικότητα ζήτησης ως προς την τιμή (Price elasticity of demand)

Είναι γνωστό ότι η ελαστικότητα ζήτησης ως προς την τιμή (PED) μετράει τον βαθμό (έντονο ή ήπιο) της αντίδρασης του καταναλωτή (στην ζητούμενη ποσότητα) όταν μεταβάλλεται η τιμή ενός αγαθού.

Ο βαθμός αντίδρασης εξαρτάται (μεταξύ άλλων)  από την αναγκαιότητα του αγαθού, την ύπαρξη υποκατάστατων, αλλά και από το ύψος της τιμής του.

Στην πραγματικότητα η τιμή της PED δείχνει την (αρνητική) ποσοστιαία μεταβολή της ζητούμενης ποσότητας (QD) όταν η τιμή (Ρ) του αγαθού αυξάνεται κατά 1 %.

8 Χρόνια με λιτότητα

Ποιο ακριβώς είναι το σημερινό στίγμα της Ελληνικής οικονομίας μετά από 8 χρόνια με λιτότητα; Ας φωτογραφήσουμε μερικά αντιπροσωπευτικά στοιχεία (οικονομικούς δείκτες) στην προσπάθειά μας όχι να το εντοπίσουμε - είναι γνωστή η οικονομική, και όχι μόνο, πραγματικότητα της χώρας μας - όσο να αναλύσουμε το εάν οδηγούμαστε στην έξοδο από την κρίση ή περνάμε σε οριστική υποβάθμιση της οικονομίας μας.

ΑΕΠ (Η αξία της παραγωγής)

Εξ ορισμού ύφεση σημαίνει μείωση του ΑΕΠ, και πράγματι  από τα 239 € δις το 2009 φτάσαμε στα 185 € δις το 2015 (Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ - ΑΕΠ σε σταθερές τιμές του 2010). Ασφαλώς αυτό μεταφράζεται (η άλλη όψη του ΑΕΠ) και σε μείωση του εισοδήματος.

Η μείωση της παραγωγής είναι γνωστό ότι προκαλεί αύξηση της ανεργίας, άρα μείωση του εισοδήματος, επομένως μείωση της κατανάλωσης. Σαν αποτέλεσμα οδηγούμαστε σε  περαιτέρω μείωση της παραγωγής και να ‘μαστε αντιμέτωποι με τον γνωστό φαύλο κύκλο της ύφεσης.

Λιτότητα (οι συνέπειες)

Η λέξη λιτότητα εισέβαλε στην οικονομία της χώρας και βέβαια δεν αναφέρεται μόνο στον περιορισμό της ιδιωτικής και δημόσιας δαπάνης. Επεκτείνεται και στον περιορισμό (έως και εξαφάνιση) των τραπεζικών χρηματοδοτήσεων προς τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.

Ταυτόχρονα επιβάλλεται μια θεαματική αύξηση της φορολόγησης φυσικών και νομικών προσώπων σε μια προσπάθεια βελτίωσης της εικόνας του ισοζυγίου της Γενικής Κυβέρνησης.

Στο σημείο αυτό, οι ασκούντες την οικονομική πολιτική ξεχνούν τον  Arthur Laffer. Η γνωστή καμπύλη (Laffer curve) δείχνει τη σχέση μεταξύ ύψους φορολογικών συντελεστών και φορολογικών εσόδων.

Σαν αποτέλεσμα συμβαίνει το αναμενόμενο. Δηλαδή μείωση των φορολογικών εσόδων (από παραγωγή, εισαγωγές και εισοδήματα – εισπραττόμενοι φόροι) από τα 48,1 € δις το 2009 σε 44,8 € δις το 2015. (Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ). Βεβαίως κάποιος θα ισχυριστεί ότι η μείωση των φορολογικών εσόδων οφείλεται κυρίως στη μείωση της παραγωγής - εισοδημάτων. Εμείς όμως αυξήσαμε τους φόρους σε περίοδο μείωσης του ΑΕΠ! Αυτή η εντυπωσιακή πολιτική ασφαλώς περιορίζει (σταδιακά) την ικανότητα (του φορολογούμενου) πληρωμής των φόρων. Αναμενόμενο λοιπόν το αποτέλεσμα της μείωσης των φορολογικών εσόδων του κράτους.

Στο σημείο αυτό παρατηρείται το πρώτο εντυπωσιακό στοιχείο. Προσπαθώντας να αυξήσουμε τα έσοδα του κράτους από τους φόρους αφοπλίζουμε τους φορολογούμενους!!!

Δανειοδότηση

Το 2010 κορυφώνεται η δανειοδότηση του ιδιωτικού τομέα της οικονομίας που φθάνει τα 125,4 € δις (Πηγή: tradingeconomics.com).

Η μείωση του εισοδήματος (που πρωτο-εμφανίζεται την ίδια περίοδο) ασφαλώς δυσχεραίνει έως και καθιστά αδύνατη αφενός την κανονική αποπληρωμή των δανείων, και αφετέρου την φορολογική συνέπεια των ιδιωτών προς το Δημόσιο και τα ταμεία με αποτέλεσμα να αναφερόμαστε πλέον σε ένα μη εξυπηρετούμενο ιδιωτικό χρέος.

Δεν μπορούμε βέβαια να ξεχάσουμε και το Δημόσιο χρέος που το 2015 ανέρχεται σε 311,4 € δις (Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ).

Και εδώ μας εμφανίζεται το δεύτερο εντυπωσιακό στοιχείο! Σε Μακρο επίπεδο ζητάμε ρύθμιση του Δημοσίου χρέους από τους δανειστές, ενώ σε Μικρο επίπεδο δεν προσφέρουμε αντίστοιχη ρύθμιση. Αντίθετα καταφεύγουμε σε πλειστηριασμούς! Ταυτόχρονα αναζητάμε funds για να αγοράσουν τα κόκκινα δάνεια ενδεχομένως στο 10 - 15 % της αξίας τους! Δηλαδή αν οι Τράπεζες προσέφεραν στους (κάποτε) πελάτες τους ένα κούρεμα της τάξης του 60 - 70 % θα έχαναν;

Επίλογος

Θα συμφωνήσουμε ότι η λιτότητα είναι ένα από τα εργαλεία για να αντιμετωπιστεί η ύφεση και να περάσει η οικονομία σε ρυθμούς ανάπτυξης.

Θα διαφωνήσουμε όμως με τον τρόπο που αυτή ασκείται. Πρόκειται για ένα ισοπεδωτικό οριζόντιο τρόπος τιμωρίας της προηγούμενης συμπεριφοράς μας και ταυτόχρονα απαγορευτικό της όποιας νέας ιδιωτικής πρωτοβουλίας - προσπάθειας! Στο ίδιο δε διάστημα αναφοράς ατυχώς δεν βλέπουμε την ύπαρξη προθυμίας για πραγματικές αλλαγές σε βασικές δομές της οικονομία μας (γνωστές και σαν μεταρρυθμίσεις).

Είμαστε της άποψης ότι η πολυετής λιτότητα και με τον τρόπο που εφαρμόζεται από μόνη της δεν οδηγεί στην ανάπτυξη, αλλά αντίθετα στην φτωχοποίηση των πολιτών και σε μια υποβάθμιση της οικονομίας.

 

Η συνάρτηση της ζήτησης (Demand function)

Η συνάρτηση ζήτησης σε πρώτο επίπεδο ανάλυσης

Το θεωρητικό υπόβαθρο

Η συνάρτηση ζήτησης  μας δείχνει τη σχέση μεταξύ τιμής (Ρ) ενός αγαθού (ανεξάρτητη μεταβλητή) και της ζητούμενης ποσότητάς (QD) του (εξαρτημένη μεταβλητή) που οι καταναλωτές είναι διατεθειμένοι αλλά και μπορούν να αγοράσουν σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο.

Είναι γνωστό ότι η μεταβολή της τιμής – σύμφωνα με το νόμο της ζήτησης – μεταβάλλει την ζητούμενη ποσότητα προς την αντίθετη κατεύθυνση. Εξαίρεση αποτελούν τα Veblen και Giffen goods.

Γνωρίζουμε επίσης ότι η αρνητική (κατά κανόνα) σχέση των δύο μεταβλητών Ρ και QD ισχύει υπό την προϋπόθεση της σταθερότητας κάποιων άλλων παραγόντων (ceteris paribus) που επηρεάζουν την ζήτηση (π.χ. το εισόδημα των καταναλωτών). Εφαρμόζουμε δηλαδή απλή παλινδρόμηση (simple regression)

Η γραφική παράσταση της συνάρτησης ζήτησης μας δίνει την καμπύλη ζήτησης. Επομένως κατά μήκος μιας καμπύλης ζήτησης μπορούμε να διακρίνουμε τη ζητούμενη ποσότητα που αντιστοιχεί σε διαφορετικά επίπεδα τιμών.

Η πρακτική σημασία

Μεταφέροντας την παραπάνω λογική στη συνάρτηση της ζήτησης μπορούμε να αντιληφθούμε ότι:

  • Όταν μεταβάλλεται η τιμή της μεταβλητής Ρ αυτό που μεταβάλλεται είναι η τιμή της μεταβλητής QD και όχι η συνάρτηση της ζήτησης.
  • Επομένως η μεταβολή της τιμής μεταβάλλει την ζητούμενη ποσότητα και όχι τη ζήτηση (video)
  • Διαγραμματικά αυτό σημαίνει μετατόπιση σε άλλο σημείο της ίδιας καμπύλης ζήτησης και όχι μετατόπιση της καμπύλης ζήτησης
  • Η συνάρτηση της ζήτησης μπορεί να ορισθεί – υπολογιστεί εκεί όπου οι προσδιοριστικοί παράγοντες της ζήτησης παραμένουν σταθεροί.
  • Ασφαλώς η προηγούμενη παρατήρηση ισχύει ανεξάρτητα από την αλγεβρική μορφή της συνάρτησης.

 

 Η συνάρτηση ζήτησης σε επόμενο επίπεδο ανάλυσης

Πολλαπλή παλινδρόμηση (multiple regression)

Στην προσπάθεια μεγαλύτερης προσέγγισης της πραγματικότητας εφαρμόζουμε μοντέλα   πολλαπλής παλινδρόμησης. Χρησιμοποιούμε δηλαδή και άλλες ανεξάρτητες μεταβλητές (εκτός της τιμής) για να ερμηνεύσουμε την συμπεριφορά της εξαρτημένης μεταβλητής (ζητούμενη ποσότητα). Αυτές οι άλλες μεταβλητές είναι οι προσδιοριστικοί παράγοντες της ζήτησης τους οποίους διατηρούμε σταθερούς στην αρχική μας ανάλυση.

Βεβαίως θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και ο παράγοντας χρόνος (αναφοράς). Είναι γνωστό ότι, για παράδειγμα, δεν υπάρχει κανονικότητα  στη μεταβολή των προτιμήσεων των καταναλωτών  διαχρονικά.

Ένα πρόσθετο θέμα είναι η επιλογή των σωστών ανά μεταβλητή (παράγοντα) συντελεστών στάθμισης(βαρύτητας). Δηλαδή το κατά πόσο ο κάθε παράγοντας επηρεάζει την ζητούμενη ποσότητα. Προς αυτή την κατεύθυνση η συμμετοχή της Στατιστικής και της Οικονομετρίας είναι απαραίτητη.

Τέλος πρόβλεψη απαιτείται και για τυχαίους παράγοντες που μπορεί να επηρεάσουν την εξαρτημένη μεταβλητή (QD) που στο σήμερα δεν μπορούμε να φανταστούμε

Η μορφή της συνάρτηση

Σε αυτή λοιπόν την περίπτωση η μορφή της συνάρτησης θα είναι: QD = f (A, aP, a1X1, a2X2,.., anXn,U) Όπου, P, Χ1, Χ2, ..,Χn προσδιοριστικοί παράγοντες (ερμηνευτικές μεταβλητές) της QD. Η U τυχαία - στοχαστική μεταβλητή. Τα a, a1, a2,..,an οι αντίστοιχοι συντελεστές στάθμισης των μεταβλητών (weighting coefficients - slope parameters). Το A σταθερά που εμφανίζει το μέγεθος της QD που υπάρχει ανεξάρτητα από τους άλλους παράγοντες. Για παράδειγμα,  η ελάχιστη ζητούμενη ποσότητα ψωμιού που ζητείται ακόμα και με μηδενικό εισόδημα.

Συμπεράσματα

Βεβαίως ακόμα και σε αυτό το ανώτερο επίπεδο περιγραφής της πραγματικότητας η προσέγγισή της δεν είναι εύκολη. Οι οικονομικές σχέσεις είναι από τη φύση τους ατελείς με την έννοια ότι αναφέρονται στην ανθρώπινη συμπεριφορά (human behavior) η οποία δεν μετράται ούτε ομαδοποιείται εύκολα αλλά και αλλάζει μέσα στο χρόνο. Πρόσθετα δε τα οικονομικά υποδείγματα δεν είναι δυνατόν να περιλαμβάνουν όλους τους παράγοντες που προσδιορίζουν την εξέλιξη ενός μεγέθους και για το λόγο αυτό χρησιμοποιούμε στοχαστικές μεταβλητές (U) των οποίων η ακριβής πρόβλεψη και στάθμιση στην πραγματικότητα είναι αδύνατη.

 

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Οικονομικά υποδείγματα. Οι πρόσθετες υποθέσεις στο νόμο της ζήτησης

Τα Οικονομικά υποδείγματα (models) όπως έχουμε αναφέρει σε προηγούμενο άρθρο βασίζονται σε κάποιες υποθέσεις – παραδοχές.

Αναφερόμενοι για παράδειγμα στο νόμο της ζήτησης, δηλαδή στην αρνητική σχέση τιμής και ζητούμενης ποσότητας ενός αγαθού, θεωρούμε ότι δεν υπάρχει μεταβολή κάποιων  άλλων προσδιοριστικών παραγόντων (πχ. εισοδήματος). Αυτή την παραδοχή της σταθερότητας την εκφράζουμε με τη γνωστή υπόθεση ceteris paribus.

Θέλοντας να προσεγγίσουμε περισσότερο την πραγματικότητα της παραπάνω καταναλωτικής συμπεριφοράς θα πρέπει να αναφερθούμε και σε πρόσθετες παραδοχές που ισχύουν στην ανάλυση μας.

Πλήρης Ανταγωνισμός

Η επιχείρηση είναι Price taker

Δεχόμαστε ότι η μορφή αγοράς που αναφερόμαστε είναι πλήρως ανταγωνιστική. Μεταξύ άλλων αυτή η παραδοχή σημαίνει ότι λόγω του μεγάλου αριθμού επιχειρήσεων καμιά δεν μπορεί να μεταβάλλει – επηρεάσει την τιμή. Για παράδειγμα, αν μια επιχείρηση αυξήσει την τιμή πώλησης κινδυνεύει να χάσει όλους τους πελάτες της μια και θα οδηγηθούν για τις αγορές τους σε μια από τις πολλές άλλες. Δηλαδή η κάθε επιχείρηση στον πλήρη ανταγωνισμό είναι price taker.

Η ομοιογένεια του προϊόντος

Με την υπόθεση αυτή θεωρούμε ότι δεν υπάρχει ποιητική διαφορά στο προϊόν μεταξύ των επιχειρήσεων που το προσφέρουν στην αγορά.

Επομένως είναι αδιάφορο για τον καταναλωτή η επιλογή της επιχείρησης από την οποία θα αγοράσει το προϊόν.

 

Τέλεια (πλήρης) γνώση των δεδομένων της αγοράς

Τα οικονομούντα άτομα υποθέτουμε ότι έχουν πλήρη γνώση των συνθηκών της αγοράς. Αναφερόμενοι στους καταναλωτές δεχόμαστε ότι είναι γνώστες των τιμών όλων των αγαθών, των υποκατάστατων και των συμπληρωματικών.

Κατά συνέπεια οι καταναλωτές γνωρίζουν ποια αγαθά και σε ποιες τιμές θα πρέπει να αγοράσουν (ανάλογα με το εισόδημά τους) ώστε να πετύχουν το στόχο τους που είναι η μεγιστοποίηση της χρησιμότητας.

 

Είναι πράγματι δύσκολο να αποδεχτούμε το κατά πόσο η ύπαρξη τόσο πολλών υποθέσεων περιγράφει πειστικά την πραγματικότητα. Όμως δεν πρέπει να παραλείπουμε το γεγονός ότι στα οικονομικά υποδείγματα δεν είναι εφικτή η εφαρμογή συνθηκών ελεγχόμενου πειράματος. Κάτι το οποίο επιβάλλει την υιοθέτηση υποθέσων.

 

Taxes - incentives

Undoubtedly, there is a strong relationship between Taxes - incentives which affect consumption, savings and investement. How tax incentives influence investment.

An increase on taxes reduces the available income that is to be consumed or saved. This is what we define as income effect.

However, such an increase on taxes will also influence (in a negative way) the working hours for individuals. Thus they may decide to substitute one thing for another, i.e. free time for work. This is what we define as substitution effect.

As a result from the income effect, we will be forced to increase our attempt in order to gain back what we lost from our income reduction. On the other hand, since we are facing a higher tax rates, meaning a reduced available income and consequently less consumption, due to the substitution effect we may finally prefer leisure than additional working time.

Finally, it is the relative strength of the each one of the aforementioned efforts (that are pulling in opposite direction) that will allocate the closing impact of the tax.

The Laffer curve

The above is illustrated by the Laffer [1] curve (figure T1), which shows the relationship between tax income and tax rate.

Figure T1 (The Laffer curve)

 

Taxes - incentives

There is an optimum tax rate that leads to the maximization of tax revenues

Laffer suggested that as the tax rate increases (zone 0 - 40 [2] ), the tax income also increases (from 0 to X), but up to a maximum point (A) that represents the optimum tax rate where the maximum amount of tax income could be collected. After said point, should continue the tax rate to increase (zone 40 –100), the tax revenue will start to decrease (from maximum X to 0).

In other words, emerge of the substitution effect - individuals will start to substitute leisure time for additional income since they will be unwilling to work harder than before. Said lack of incentives would lead to a fall in income and therefore a fall in tax income. The end – point is undoubtedly a tax rate of 100 % where no one would be willing to work and so tax income would become zero.

Author: Manolis Anastopoulos. Assignment (part) in Public Finance, University of Leicester.


[1] Dr. Arthur Laffer was an advisor to President Reagan of USA in the early 1980s but despite that, he become quite well known through his ‘curve’ Time magazine included him among ‘The Century’s Greatest Minds’ (Greater Talent Network Inc, 1999-2002)

[2] A 40 % is a randomly price of the tax rate

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το